Αμερικανικά media: Πολιτικολόγοι vs πολιτικών


Το ΒΗΜΑΓΚΑΖΙΝΟ δημοσίευσε την Κυριακή, ένα άρθρο για την στροφή των ενημερωτικών εκπομπών των μεγάλων αμερικανικών ΜΜΕ  σε δελτία σχολιασμού και άποψης με επιλεγμένους τηλε-σχολιαστές και ακράιες συντηρητικές φωνές  πολιτικολόγων που δέιχνουν να έχουν κερδίσει για τα καλά την τηλεθέαση απο τα πολυθεματικά δελτία ειδήσεων.
Το parodynews καλύπτοντας εδώ και καιρό τις εξελίξεις στην αμερικανική τηλέοραση έχει γράψει για όλα αυτά, προσπαθώντας να αναλύσει το γιατί ο τηλεθεατής ψηφίζει άποψη και σχολιασμό ακόμη κι αν τις περισσότερες φορές όλο αυτό γίνεται  εις βάρος της ενημέρωσης.
Δείτε:

Η Σάρα Πάλιν σχολιάστρια του FOX NEWS.

Διαβάστε:

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΚΟΛΙΟΥ ΒΗΜΑΓΚΑΖΙΝΟ

Φοβού τα αμερικανικά ΜΜΕ και… γέλιο φέροντα. Οι εθνοπατέρες της υπερδύναμης βλέπουν τους φωστήρες της τέταρτης εξουσίας να τους υπερφαλαγγίζουν στην κούρσα για επιρροή και δολάρια.

«Αν ήταν στο χέρι μου να αποφασίσω κατά πόσο θα έπρεπε να διαθέτουμε κυβέρνηση χωρίς εφημερίδες ή εφημερίδες χωρίς κυβέρνηση, δεν θα δίσταζα στιγμή να επιλέξω το δεύτερο» υποστήριζε ο τρίτος πρόεδρος των ΗΠΑ Τόμας Τζέφερσον.

Δύο αιώνες αργότερα η πραγματικότητα έρχεται να τον επιβεβαιώσει μερικώς.

Ολοένα αυξανόμενη καταγράφεται τελευταία στις Ηνωμένες Πολιτείες η ισχύς των πολιτικών σχολιαστών και των ΜΜΕ εν γένει, εν συγκρίσει με την επιρροή που ασκούν οι εκλεγμένοι παραδοσιακοί φορείς της πολιτικής: Η Οπρα καταποντίζει τη Χίλαρι χαρίζοντας με το «καλημέρα» ένα εκατομμύριο ψήφους στον Ομπάμα, οι υπερσυντηρητικοί παρουσιαστές Ρας Λίμπο και Γκλεν Μπεκ άγουν και φέρουν τους συντηρητικούς ψηφοφόρους και κινούν τα νήματα στο δημοφιλές Tea Party, ενώ ο Τζον Στιούαρτ κάνει τους Ρεπουμπλικανούς να ιδρώνουν κάθε φορά που αλλάζει γκριμάτσα στο γυαλί.

Ας πρόσεχαν. Αν το σύστημα δεν εμφάνιζε ρωγμές, δεν θα έσπευδε κανείς να τις καλύψει, θα πουν οι συνήγοροι του διαβόλου. Πλέον, η λάμψη των προσωπικοτήτων των media έχει απτό αντίκρισμα στην πολιτική αρένα, όπως απτό είναι και το διακύβευμα αυτής της στροφής, θα πουν οι επικριτές τους. Οντως, η εμπορευματοποίηση του πολιτικού «αγαθού» στα πρότυπα της ταχυφαγικής lifestyle κουλτούρας – ευπαρουσίαστο, εκλαϊκευμένο, εύπεπτο προϊόν για όλους – θόλωσε σταδιακά τις διακριτές γραμμές ανάμεσα στο τι είναι ενημέρωση, τι άποψη και τι ψυχαγωγία.

Στη θέση τους λανσαρίστηκε ένα αέναο ιλουστρασιόν παραπολιτικό γαϊτανάκι (το αποκαλούμενο και «infotainment»), ένα υβρίδιο γουστόζικης και φαινομενικά ανώδυνης πολιτικής ρητορικής, πολύ θελκτικό σε εποχές που άπαντες εκδηλώνουν τάσεις φυγής από τα όσα δυσνόητα, μη φωτογενή διαδραματίζονται στο Καπιτώλιο και στον Λευκό Οίκο. Ενα υβρίδιο λίαν προσοδοφόρο, αν κρίνουμε και από τα πορίσματα έρευνας που διενήργησε προ ημερών το «Newsweek».

Παραμονές των ενδιάμεσων εκλογών της περασμένης εβδομάδας στις ΗΠΑ, το εβδομαδιαίο ειδησεογραφικό έντυπο ανέθεσε στην εταιρεία έρευνας Wealth-X να συντάξει μία λίστα με τις 50 υψηλότερα αμειβόμενες πολιτικές προσωπικότητες της υπερδύναμης για το 2010, λαμβάνοντας υπόψη το προ φόρου εισόδημά τους από πληρωμένες ομιλίες, βουλευτικές αποζημιώσεις, δημοσιογραφικές δραστηριότητες σε TV, ραδιόφωνο, Τύπο, Διαδίκτυο και προκαταβολές βιβλίων για το διάστημα Σεπτέμβριος 2009-Σεπτέμβριος 2010.

Τα ευρήματα προκάλεσαν αίσθηση: Στις 32 θέσεις της χρυσής πενηντάδας στρογγυλοκάθονται τηλεοπτικοί και ραδιοφωνικοί οικοδεσπότες εθνικής εμβέλειας, καθώς επίσης και προβεβλημένοι γραφιάδες και αναλυτές πολιτικών φύλλων, πλαισιωμένοι από πολιτικοποιημένους bloggers, ενώ στις εναπομείνασες θέσεις στην κατάταξη στριμώχνονται και μερικοί βετεράνοι ή εν ενεργεία πρόεδροι, υπουργοί, σύμβουλοι και λομπίστες. Μάλιστα, οι γκουρού των media μονοπωλούν την πρώτη πεντάδα με συνολικό εισόδημα που πλησιάζει τα 150 εκατ. δολάρια Ετερο συμπέρασμα της έρευνας είναι ότι στα χρόνια του Ομπάμα (Νο 20 στην κατάταξη του «Newsweek») εκείνοι που φτιάχνουν παχύτερο «κομπόδεμα» σχολιάζοντας τα τεκταινόμενα στην Ουάσιγκτον είναι οι συντηρητικοί ραδιοτηλεοπτικοί αστέρες, με προεξάρχοντα τον ζάπλουτο Ρας Λίμπο και «εξαπτέρυγα» τους Γκλεν Μπεκ, Σον Χάνιτι και Μπιλ Ο’ Ράιλι.

Η μοναδική προοδευτική φωνή που κατόρθωσε να τρυπώσει στην κορυφαία πεντάδα της λίστας είναι αυτή του Τζον Στιούαρτ, φωτογενούς και λαλίστατου παρουσιαστή του σατιρικού «Daily Show». Το ζουμί της εν λόγω έρευνας κρύβεται γλαφυρά στο σχόλιο του «Newsweek» για τον πρώτο των πρώτων, τον «πληθωρικό» Ρεπουμπλικανό Ρας Λίμπο: «Ο κόσμος συχνά ρωτά αν σκοπεύει να πολιτευτεί και η απάντησή του είναι πάντα η ίδια – η τσέπη του δεν “σηκώνει” την περικοπή μισθού. (…) Το ετήσιο εισόδημα του Λίμπο υπερβαίνει το σύνολο της μισθοδοσίας συμπάσης της αμερικανικής Γερουσίας και μπορείτε να προσθέσετε και μερικές ακόμη γραμματείς του Καπιτωλίου σε αυτό».

Συμπέρασμα; Οσο μιλάς για πολιτική αντί να ασκείς πολιτική τόσο καλύτερο για την τσέπη και το ίματζ σου. Το λέει και ο Ρας των 58,7 εκατ. δολ.: «Οσο πιο μακριά είναι η Ουάσιγκτον από τη ζωή μου τόσο πιο πολύ ευημερώ». Γι’ αυτό κάνει τις πολιτικές παρεμβάσεις του από το ηλιόλουστο Παλμ Μπιτς της Φλόριδας – άλλωστε η φωνή του ταξιδεύει και στις 50 Πολιτείες μέσα από ένα δίκτυο 650 ραδιοσταθμών. Με καμιά εικοσαριά εκατομμύρια πιστούς να συντονίζονται στους δέκτες τους ένα τρίωρο επί πέντε φορές την εβδομάδα την τελευταία 22ετία, δεν προκαλεί έκπληξη που το περιοδικό «Talkers» τον ανέδειξε σημαντικότερο ραδιοφωνικό παραγωγό στην ιστορία. Και όχι μόνο: Ο πρώην προσωπάρχης του Ομπάμα στον Λευκό Οίκο και νυν υποψήφιος για τη δημαρχία του Σικάγου, Ραμ Εμάνιουελ, τον χαρακτηρίζει «τη φωνή και το μυαλό του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος».

Ο άνθρωπος άλλωστε δεν κρύβει ότι διαθέτει δική του, συγκεκριμένη πολιτική ατζέντα: Από την ανατροπή του νομοσχεδίου για τη μεταρρύθμιση του συστήματος υγείας ως την άρση της απαγόρευσης άντλησης πετρελαίου στην ανοιχτή θάλασσα. Πρότυπό του ο Ρίγκαν και αδυναμία του η Πέιλιν.

Η ρητορική του για σφιχτή μεταναστευτική πολιτική αντηχεί άλλωστε στις μαζώξεις του TeaParty και το μικρόφωνό του είναι πάντα ανοιχτό για τους εκπροσώπους του. Με το αζημίωτο φυσικά, καθώς οι προεδρικές εκλογές του 2012 δεν είναι δα και μακριά (ο Λίμπο δεν θα έλεγε όχι στον θώκο του συμβούλου της διοίκησης). Ο μορμόνος ομόλογός του Γκλεν Μπεκ, από την άλλη, έχει δημιουργήσει ολόκληρη περιουσία με θεμέλια τους φόβους, τις προκαταλήψεις και τα ταπεινά ένστικτα των εκατομμυρίων φανατικών ακροατών του. Και εκεί έρχεται το θέμα των ευθυνών. Οταν έχεις τόση πολιτική δύναμη, τι κάνεις με αυτήν;

Σε αυτό το μήκος κύματος κινείται πρόσφατη ανάλυση στην ιστοσελίδα του αγγλόφωνου Αλ Τζαζίρα με τίτλο «Πολιτική ενδεδυμένη τον μανδύα της ψυχαγωγίας». «Εσχάτως οι διασκεδαστές δεσπόζουν στο πολιτικό στερέωμα των ΗΠΑ» υποστηρίζει ο αρθρογράφος και συνεχίζει με απτά παραδείγματα και από τις δύο πλευρές του πολιτικού φάσματος: «Επικρατεί μεγάλη σύγχυση αναφορικά με τη σχέση ψυχαγωγίας και πολιτικής. Ζούμε σε μια εποχή όπου οι πολιτικοί πρέπει να είναι περφόρμερ, να μας διασκεδάζουν και που οι ειδήσεις δεν γίνεται να είναι βαρετές. Ενημερωνόμαστε για τα θέματα της επικαιρότητας από μη συμβατικές πηγές, όπως το “Daily Show” του Τζον Στιούαρτ. Την ίδια στιγμή περιμένουν να πιστέψουμε ότι ο Στιούαρτ, ο Κολμπέρ και ο Μπεκ είναι απλώς ψυχαγωγοί (…), είναι πλέον ηγέτες όσο επικίνδυνο και αν φαντάζει αυτό».

Η Οπρα αποτελεί «case study» από μόνη της. Αυτοδημιούργητη, φιλόπονη, φιλάνθρωπος, η λαίδη «Ο» έχει κουβαλήσει στις πλάτες της δεκάδες βαρύγδουπους τίτλους, σχετικούς με τα πλούτη και τη διεθνή ακτινοβολία της. «Εχει μεγαλύτερη αξιοπιστία και από τον πρόεδρο» υποστηρίζει η αρθρογράφος Μορίν Ντάουντ, ενώ το «Vanity Fair» σιγοντάρει στα όρια της υπερβολής: «Η Γουίνφρεϊ ασκεί πιθανότατα ισχυρότερη επιρροή στην κουλτούρα μας από οποιονδήποτε πρόεδρο πανεπιστημίου, πολιτικό ή πνευματικό ηγέτη, με εξαίρεση ίσως τον Πάπα». Το «Time», με τη σειρά του, την τοποθέτησε ανάμεσα στον Ελβις και στον Χριστό, στη λίστα με τις 100 προσωπικότητες που άλλαξαν τον κόσμο. Οταν η γυναίκα με το τηλεοπτικό άγγιγμα του Μίδα συνειδητοποίησε ότι μπορεί, ανοίγοντας το στόμα της, να ανεβοκατεβάζει βιβλία στις λίστες μπεστ σέλερ των «New York Times», αποφάσισε ότι μπορεί να κάνει ακριβώς το ίδιο και με έναν πρόεδρο. Και φυσικά είχε δίκιο. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, η βασίλισσα του τηλεοπτικού καναπέ και πλουσιότερη Αφροαμερικανή του 20ού αιώνα χάρισε στον «προστατευόμενό» της Μπαράκ περίπου ένα εκατομμύριο επιπλέον «ψηφαλάκια», στην κρίσιμη κούρσα του απέναντι στη Χίλαρι για το πολυπόθητο χρίσμα των Δημοκρατικών.

Ο ξεκαρδιστικός Στίβεν Κολμπέρ, έτερον ιδεολογικό ήμισυ του Τζον Στιούαρτ, έχει ήδη κάνει τα παρθενικά πολιτικά βήματά του. Οχι μόνο μπήκε στον πειρασμό να θέσει υποψηφιότητα σε αμφότερα τα πολιτικά στρατόπεδα για τις προεδρικές εκλογές του 2008, αλλά τον περασμένο Σεπτέμβριο κατέθεσε με θέρμη ενώπιον υποεπιτροπής του Κογκρέσου για θέματα μετανάστευσης και ασφάλειας των συνόρων. Στους ανοιχτόμυαλους της πολιτικής ρητορικής και υποστηρικτές του Ομπάμα λογίζεται (ή τουλάχιστον λογιζόταν την περίοδο των προεδρικών εκλογών) και ο έγκριτος αρθρογράφος-πολιτικός αναλυτής Φαρίντ Ζακάρια. Ινδικής καταγωγής, απόφοιτος του Γέιλ και του Χάρβαρντ και μεταγραφή της χρονιάς από τα γραφεία του «Newsweek» στο δυναμικό του «Τime», o Ζακάρια των 75.000 δολ. ανά ομιλία, ψηφίστηκε από το «Forbes» ως ένας από τους 25 πιο επιδραστικούς «αριστερίζοντες» (ήτοι φιλελεύθερα σκεπτόμενους) στα αμερικανικά ΜΜΕ και ο πιο «επιδραστικός» αναλυτής εξωτερικής πολιτικής της γενιάς του από το «Esquire».

Οσο για τη νέα μόδα της πολιτικής «τεϊοποσίας» στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού, αυτή και αν έχει αναδειχθεί σε διελκυστίνδα για τα αμερικανικά ΜΜΕ. Οπως σχολίασε σχετικά αναλυτής του CNN, «τα περισσότερα από τα media δείχνουν να έχουν επιλέξει πλευρά. Το Fox περιγράφει τις εκδηλώσεις ως μεγάλο θέμα, το CNN ως μεσαίας βαρύτητας και το MSNBC ως καταπληκτική ιστορία για γελοιοποίηση, ενώ σε ό,τι έχει να κάνει με τις περισσότερες μεγάλες εφημερίδες δεν υπάρχει καν θέμα». Οπως και να έχει, το «θέμα» είναι ότι υποψήφιοι με τη στήριξη του επονομαζόμενου κινήματος TeaParty έκλεψαν τις εντυπώσεις – μαζί με μερικές έδρες – στις ενδιάμεσες εκλογές, καταφέροντας ισχυρό ράπισμα στην πολιτική Ομπάμα. Και όλα αυτά φυσικά με τις εύρωστες πλάτες μιας παντοδύναμης υπερσυντηρητικής ελίτ, με πατριάρχη τον Ρούπερτ Μέρντοχ, που ήρθε να καλύψει με το Fox News Channel το κενό της ενημέρωσης στα δεξιά του CNN (σήμερα το πρώτο ψηφίζεται «το πιο έμπιστο όνομα στις ειδήσεις» και το δεύτερο παλεύει για την πέμπτη θέση τηλεθέασης). Γνωστός για την τακτική του να προσκολλάται στο πολιτικό άρμα των εκάστοτε νικητών σε κρίσιμες αναμετρήσεις παρά τις συντηρητικές ροπές του, ο Μέρντοχ έχει κατά καιρούς συνταχθεί με τους πάντες, από τη Θάτσερ ως τον Τόνι Μπλερ. Ενδεικτικά, ενώ η (ιδιοκτησίας του) «New York Post» υποστήριξε την υποψηφιότητα Ομπάμα, ο ίδιος αργότερα δεν δίστασε να χορηγήσει μερικά εκατομμύρια δολάρια στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα.

Αλλο ένα επιχείρημα στο οπλοστάσιο όσων υποστηρίζουν ότι οι ραδιοτηλεοπτικές φωνές τείνουν να επισκιάσουν τους «ενοίκους» του Καπιτωλίου είναι τα πλήθη που είναι πλέον σε θέση να κινητοποιήσουν με το μικρό τους δαχτυλάκι. Τον περασμένο Αύγουστο ο σουπερστάρ ζηλωτής των Ρεπουμπλικανών στα ερτζιανά, αυτόκλητος Ρομπέν των ελευθεριών και ηγετική φυσιογνωμία του αμφιλεγόμενου Tea Party, Γκλεν Μπεκ, οργάνωσε πατριωτικό σουαρέ υπό το σύνθημα «Αποκατάσταση της τιμής» στο ίδιο ακριβώς σημείο της Ουάσιγκτον που ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ είχε αναφωνήσει δεκαετίες νωρίτερα το περίφημο «Εχω ένα όνειρο». Στο βήμα της εκδήλωσης, που παρά τους αντικρουόμενους υπολογισμούς συγκέντρωσε χιλιάδες θιασώτες, ανέβηκαν οι πάντες, από τη «βασίλισσα του τσαγιού» Σάρα Πέιλιν ως την ανιψιά του Κινγκ. Την προτελευταία ημέρα του Οκτωβρίου, εν είδει ηχηρής και σατιρικής απάντησης στο «μεγαλειώδες» συντηρητικό κάλεσμα του Μπεκ, το κωμικό δίδυμο Στιούαρτ-Κολμπέρ – ή, αλλιώς, η Νέμεσις των Ρεπουμπλικανών – προκήρυξαν συγκέντρωση σε πάρκο της αμερικανικής πρωτεύουσας με σλόγκαν «Για την αποκατάσταση της σύνεσης ή/και του φόβου». Περισσότεροι από 215.000 άνθρωποι ανταποκρίθηκαν στην πρόσκληση των τηλεοπτικών ινδαλμάτων να ακουστούν πιο δυνατά από το πιο ηχηρό και ακραίο 15%-20% των Αμερικανών που ελέγχουν την πολιτική συζήτηση στις ΗΠΑ αυτήν τη στιγμή, σύμφωνα με τον Στιούαρτ.

Ακόμη και ο πρόεδρος Ομπάμα έκανε επανειλημμένες αναφορές στο «κίνημα», ενώ η Αριάνα Χάφινγκτον, όπως λέμε www.huffingtonpost.com (Νο 12 στη λίστα του «Forbes» με τις ισχυρότερες γυναίκες των media), προσφέρθηκε να ναυλώσει όσα πούλμαν κρινόταν σκόπιμο προκειμένου να μετακινηθούν «ετεροδημότες» από τη Νέα Υόρκη στην Ουάσιγκτον – και αν αυτή η πρωτοβουλία της σας φέρνει στο μυαλό ελληνικές εκλογές, σας θυμίζουμε ότι προτού πάρει το επίθετο του πάλαι ποτέ βουλευτή και πρώην συζύγου της, η μητέρα όλων των… bloggers ονομαζόταν Αριάννα Στασινοπούλου, γέννημα θρέμμα Αθηναία. Τυχαίο;

Διαβάστε περισσότερα: http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=152&artId=368009&dt=18/11/2010#ixzz15gPxK6ne

Η ΠΟΣΠΕΡΤ αντιδρά στην αθλιότητα της ΕΣΗΕΑ να επιβάλει ποινή σε δημοσιογράφο του »ΒΗΜΑΤΟΣ» για τo ρεπορτάζ των »golden boys»!



ΠΟΣΠΕΡΤ: «Απαράδεκτη απόφαση-λογοκρισία»

Η ΠΟΣΠΕΡΤ με ανακοίνωσή της χαρακτηρίζει «απαράδεκτη απόφαση-λογοκρισία» την επιβολή ποινής (επίπληξη με ανάρτηση) από το Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο της ΕΣΗΕΑ στο συνάδελφο της εφημερίδας «Το Βήμα» Δημήτρη Γαλάνη, για το ρεπορτάζ του με τα «χρυσοπληρωμένα συμβόλαια δημοσιογράφων της ΕΡΤ» επί διοικήσεως Χρήστου Παναγόπουλου.

Κάνει λόγο για απόφαση που προσβάλλει «θεμελιώδεις αρχές που διέπουν το λειτούργημα του δημοσιογράφου», επισημαίνοντας ότι η συγκεκριμένη διοίκηση «ισοπέδωσε τα πάντα στην ΕΡΤ με την κακοδιαχείριση, τη σπατάλη και τα σκάνδαλα». Στην ανακοίνωσή της, η ΠΟΣΠΕΡΤ καταλήγει τονίζοντας ότι τέτοιες αποφάσεις έχουν στόχο «να τρομοκρατήσουν, να αποπροσανατολίσουν και προκαλούν το κοινό περί δικαίου αίσθημα».

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: