Ο κατά Λασκαράτον Μοναχισμός!


Ο μoναστησμός είναι μασονισμός ,έγραφε κάποτε ό Α. Λασκαράτος σπουδαίος σατυρικός ποιητής καί πεζογράφος τού 19ου αιώνα.

»Ο καλόγηρος είναι μασόνος έλεγε καί ξανάλεγε ό προοδευτικός αυτός γιά τήν εποχή του λόγιος πού αφορίστηκε από τήν εκκλησία συναντώντας στόν δρόμο του καί χιλιάδες άλλους πολέμιους καί επικριτές.

(Είχε καταδικάστεί μέ φυλακή καί από τά ποινικά δικαστήρια)

Ο αφορισμένος Λασκαράτος επίκαιρος σήμερα όσο ποτέ άλλοτε, έγραφε πρίν έναν αιώνα στό έργο του »μυστήρια» γιά τήν υποκρισία τής θρησκείας,μέ τίς προλήψεις καί τά ψευτοθάματα, τά θαυματουργά λάδια άπ τίς καντήλες τών παρθένων πού κλαίνε καί  τά λειψανα πού έχουνε θεραπευτικές ιδιότητες, διασύροντας τότε  τόν ιερό κλήρο τής εποχής του σέ σημείο νά εκδιωχθεί απ’τήν Κεφαλλονιά.

Ομως ό αριστοκράτης Λασκαράτος στά γραπτά του καί παρ’ότι συχνά τόν χαρακτήριζαν Ιούδα αντίχριστο καί  διάβολο υπέρμαχο του προτεστάντισμού, ήξερε νά διαχωρίζει τούς ιερείς από τό παπαδαριό.

Ξεχώριζε τόν πρέπων ιερέα πού δέν απαιτεί πράμα δικό του τήν θρησκεία αλλά τήν υπηρετεί,από τόν τραγόπαπα πού ή διαγωγή του μέσα στό ράσο έιναι εκείνη πού ήταν καί πρίν τής μεταμφίεσης του.

Γιατί ό παπάς κάνει τό ράσο, καί όχι τό ράσο τόν παπά.

Γιατί εκείνος ό παπάς κατά τόν Λασκαράτο σέ πλήρη αντίθεση μέ τόν πνευματικό παρήγορον τής ενορίας έξακολουθεί νά κλέβει νά ψεύδεται νά βλασφημά,νά είναι πόρνος μέθυσος χαρτοπαίχτης,κάποτε δέ καί πλήχτης,καί πλαστογράφος.

(Ειπατε τίποτα;)

Τά λέγε κάποτε λοιπόν ό Λασκαράτος γιά ορισμένα λαμόγια πού κατοικοεδρεύουν στά μοναστήρια καί έχουνε πέσει στήν μάσα μέ τό κουτάλι, λίγοι όμως ήταν αυτοί πού άκουγαν.

Καί οί ευχές του μπάς καί αφυπνιστεί τό ποίμνιο πού κοιμάται »καί νά μήν φθάσουν τόν σημοτινόν εικοστόν αιώναν τά κλείθρα τούτα τής πονηριάς,τής βλακίας,τής αποχτηνώσεως» δέν έπιασαν τόπο, όχι στόν 20ο όχι στον 21ο αλλά ούτε στόν αιώνα τόν άπαντα, έτσι όπως βαδίζουμε.

Αποσπασμα

‘Μέσα στον περίβολο τού μοναστηριού του,περιβάλλεται καί τούτος τήν μασονική καλογηροσύνη του καί γένεται μέλος ένορκον τής μοναστηρικής εταιρείας.»

»Ενδύνεται καθώς ενδύνονται οι συνεταιροί του,θρέφεται καθώς θρέφονται εκείνοι, διάγει καθώς διάγουν καί πιστεύει όσα καί όπως τά πιστεύουν καί οί λοιποί συγκαλογηροί του.

»Όροι όλοι τούτοι απαράβατοι ,αλλιώς δέν ήθελε ειν’δεχτός από τήν Μοναστηρική λέσχη.

»Ως Μασονία ό μοναστηρισμός έχει καί τούτος τό μυστικό του. Τό μυστικό τού καλόγηρου είναι νά εξασφαλίσει διά βίου τήν συντηρησή του,νά ζήσει εν σχετική άνεση όλην τήν ζωήν του καί άν τά χαρτιά λένε αλήθεια, νά αξιωθεί έπειτα καί τόν ουράνιον Παράδεισον.

»Είναι αληθινόν ότι ή ζωή στά μοναστήρια μας είναι βρωμοζωή,ζωή χτηνώδης καί αποτρόπαιη ,αλλά καί ό καλόγηρος μας είναι σχεδόν πάντοτε καί εκείνος τής ύστερης κοινωνικής τάξεως.

»Ωστε διά όση βρώμα καί φτωχοφαγιά μπορή νά είναι στό Μοναστήρι ό νεοσύλεχτος ευρίσκει εκεί μέσα ανάλογον χορτασμόν, καί ευλογημένην ξεγνοιασιά και αφροντισιά.

»Ευχαριστήται ό καλόγηρος μας είς τήν ζωοτροφίαν του έχοντας ποικιλία φαγητών.Ποτέ δύο μέρες αράδα, τά ίδια πράματα. Αν εψές  εφαεν σκόρδον, σήμερα τρώει κρεμμύδι,αύριο πράσα,τήν άλλη αλιάδα,τήν Κυριακή όσπριο.

»Όσοι από τούτους γραμματίζονται ξεύρουν καί καππακίζουνε,διαβάζουνε τά συναξάρια είς τά οποία καταγοητεύονται.

»Διά αυτούς, τό ακρον άωτον τών ανθρώπινων ατενισμών ήθελε είναι νά έχει κανείς μιά μέρα συναξάρι μέ θάματα δικά του καί μέ τίτλον »Αγιος».

»Συμβαίνει δέ κάποτε πού καποιος από τούς διστυχείς τούτους  κυριεύται τόσον από τήν ιδέα της αγιοσύνης όπου αθετεί τήν πραγματική του υπαρξιν,  βγαίνει από τα σωστά του καί γένεται παίγνιον τής ιδέας του. Θελει νά αγιάσει, καί τό  θέλει μέ απόφαση.

»Ειναι τότε πού ό πονηρός εχθρός τών ανθρώπων ό δοξομανής εκείνος αντίθεος, ό επισκεφτόμνεος τάς μονάς ώς οικοκύρης τόν ορνιθόνα του,εμπήκε ήδη στό κελλί, καί φυσάει στά μυαλά τού καλογήρου.

»Καί είναι τότε πού υπο τό βάρος τής θρησκευτικής του φιιλοδοξίας τό μπαίγνιο τούτου τού πειρασμού  γομπιάζει, καχεχτεί, σοβαρούται,καί δίνει στόν εαυτό του αέρα ταπεινής μεγάλης ιδέας.

»Οί απογονοί του μιά μέρα θά τόν προσκυνήσουνε,πρόσφέροντες είς τό λείψανό του θυμιάματα, καί πανηγυρίζοντες τό όνομά του.

»Ηδη βλέπει μέ τήν αρρωστημένη του φαντασία τές γυναίκες τού μέλλοντος νά τρέχουνε στήν καθέδρα του,ποιά μέ κερί λαμπάδα, ποιά μέ λάδι  γιά τό καντήλι του,ποιά μέ λιβάνι,καί ποιά μέ άλλα.

»Αλλες πάλε νά έρχονται ξυπόλητες όχ τή χώρα,τάμμα καί κείνο γιά τό παιδί τους…

»Οί παπάδες ν’ανοίγουν, τήν ασημένια κάσα του,καί επί πληρωμή νά τόνε δείχνουνε σέ προσκυνητάδες καί προσκυνήτρες!…

»Κοντσά δουλείά νά αγιάσει κανείς,καί νά αξιωθεί τιμές τέτοιες!

‘Αμποτε τά κλείθρα τούτα τής πονηριάς,τής βλακίας,τής αποχτηνώσεως,νά μήν φθάσουν τόν σημοτινόν εικοστόν αιώναν.»

»Οί άνθρωποι τότε νά φιλοτιμώνται αλλέως.

‘Καί οί γυναικούλες νοημονέστερες από ότι είναι σήμερα,νά μεταχειρίζονται καλύτερα τόν ευατό τους,τά χρήματα τους, καί τήν ανθρωπιά τους.»

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: