ΜΕ ΕΝΑ ΜΠΙΤΟΝΙ ΣΤΗΝ ΟΥΡΑ


Ωραίο Σαββατοκύριακο πέρασα, στήν Αθήνα
μέ ένα μπιτόνι στήν γραμμή, ψάχνοντας γιά βενζίνα
Μέ άλλους τσακωνόμουνα,ποιός θα πρωτογεμίσει
καύσιμο γιά νά κινηθεί, τό αμάξι μου νά αρχίσει

Βυτιοφόρα έπαιρνα στό κατόπι τους, ξοπίσω
νά δώ πού θά αδειάσουνε, βενζίνα νά γεμίσω
Σάν πρόβατο ακολούθαγα, άλλους, στά βενζινάδικα
καί όταν αυτά ήταν κλειστά,καθόμουν τζάμπα καί άδικα

Οί τρύπες τών ρεζερβουάρ, αιδοία ανοιχτά, αγάμητα
ερίζαν τήν αντλιά τους, νά βρούν ώς τά μεσάνυχτα
Ενας μαυροπουκαμισάς στήν Κρήτη, έβγαλε φέσι
καί στήν αμόλυβδη έβαζε,τό καπέλο πού τού αρέσει

Κάτι άλλοι ξεδιάντροποι,μαυραγορίτες άθλιοι
στήν ψύχρα τίς τιμές ανεβάζαν,γιά τήν βενζίνα πού έβαζαν
Εικόνες άλλης εποχής,τήν κατοχή θυμίζουμε
λές καί είμαστε σέ πόλεμο,πανικόβλητοι,καί βρίζουμε

Ουρές ατελείωτες στήνουμε παντού μέ τό δελτίο,
σάν νά μοιράζουνε ψωμί,
τήν πείνα νά χορτάσουμε,κάτω άπό τό βυτίο


Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: